Friday, July 29, 2011

Born and Dead on the 29th of july



Today I'm gonna start a new article, here on the blog of Rock Xs Radio . "Born and dead". So now let's see, who died or was born on the 29th of july.

Two great artists died like today. The one was a musician and the other one was one of the greatest artists ever. Ok, here we go:

Cass Elliot (September 19, 1941 – July 29, 1974), born Ellen Naomi Cohen and also known as Mama Cass, was an American singer and member of The Mamas & the Papas. After the group broke up, she released five solo albums. Elliot was found dead in her room in London, England, from an apparent heart attack after two weeks of sold-out performances at the Palladium. In 1998, Elliot, John Phillips, Denny Doherty, and Michelle Phillips were inducted into the Rock and Roll Hall of Fame for their work as The Mamas & the Papas. At the height of her solo career in 1974, Elliot performed two weeks of sold-out concerts at the London Palladium. She telephoned Michelle Phillips after the final concert on July 28, elated that she had received standing ovations each night. She then retired for the evening, and died in her sleep at age 32. Sources state her death was due to a heart attack. Elliot died in a London flat, No. 12 at 9 Curzon Place, Shepherd Market, Mayfair which was on loan from singer/songwriter Harry Nilsson. Elliot was entombed in Mount Sinai Memorial Park Cemetery in Los Angeles. An oft-repeated urban myth states that Elliot choked to death on a ham sandwich. The story, which started following the discovery of her body, was based on speculation in the initial media coverage. Police had told reporters that a partly eaten sandwich found in her room might have been to blame, though an autopsy had yet to be conducted. Despite the post-mortem examination finding that Elliot had died of a heart attack and no food at all was found in her windpipe, the false story that she choked on a sandwich has persisted in the decades following her death.

Vincent Willem van Gogh (March 30, 1853 – July 29, 1890) was a Dutch post-Impressionist painter whose work had a far-reaching influence on 20th century art as a result of its vivid colors and emotional impact. Suffering from anxiety and increasingly frequent bouts of mental illness throughout his life, he died largely unknown at the age of 37 from a self-inflicted gunshot wound. Van Gogh's interest in art started at an early age. He began to draw as a child, and he continued making drawings throughout the years leading to his decision to become an artist. He did not begin painting until his late twenties, completing many of his best-known works during his last two years. In just over a decade, he produced more than 2,000 artworks, consisting of around 900 paintings and 1,100 drawings and sketches. His work included self portraits, landscapes, portraits and paintings of cypresses, wheat fields and sunflowers.
On July 27, 1890, aged 37, Van Gogh shot himself in the chest with a revolver. Where he was when he shot himself is unclear. Ingo Walther writes that "Some think Van Gogh shot himself in the wheat field which had engaged his attention as an artist of late; others think he did it at a barn near the inn." Biographer David Sweetman writes that the bullet was deflected by a rib bone and passed through his chest without doing apparent damage to internal organs, probably stopped by his spine. He was able to walk back to the Auberge Ravoux. He was attended by two physicians, neither with the capability to perform surgery to remove the bullet, who left him alone in his room, smoking his pipe. The following morning (Monday), as soon as he was notified, Theo rushed to be with Vincent, to find him in surprisingly good shape; within hours, however, he began to fail, the result of untreated infection in the wound. Vincent died in the evening, 29 hours after he shot himself. Theo reported his brother's last words as "The sadness will last forever." Van Gogh was buried on July 30 in the municipal cemetery of Auvers-sur-Oise at a funeral attended by Theo van Gogh, Andries Bonger, Charles Laval, Lucien Pissarro, Émile Bernard, Julien Tanguy and Dr. Gachet amongst some 20 family and friends, as well as a number of locals.

Thursday, July 28, 2011

TAXI & ΜΟΥΣΙΚΗ...σχέση ακυκλοφόρητη

Του Tee Menem

Με αφορμή την σημερινή διαμαρτυρία της ευγενούς τάξης των ταξιτζήδων (sic) έξω από ραδιοφωνικό σταθμό του Φαλήρου, εν ήδει απεργίας, και την ρίψη κηπευτικών στα τζάμια του, έπιασα τον εαυτό μου να συλλογιέται τις πάλαι ποτέ ηρωϊκές βόλτες μου με τον "κίτρινο πυρετό" από μέρος σε μέρος, από σπίτι σε δουλειά κι από δουλειά στο σπίτι ή ...κατευθείαν για ραντεβού, καφέ ή διασκέδαση... Δηλώνω εξ' αρχής ότι δεν είμαι φανατικός σε αυτό το σπορ και οι στιγμές στο μπροστινό ή το πίσω κάθισμα είναι σπάνιες έως ανύπαρκτες. Τα τελευταία χρόνια όλο και πιο αραιά το χρησιμοποιώ. Λίγο το μετρό, λίγο η κάντιλακ που μου χάρισε ο μπαμπάς μου ο οικοδόμος όταν έγινα sweet sixteen (βλ. MTV), λίγο τα λεφτά που ξόδευα, με έκαναν σιγά σιγά να βλέπω κίτρινο όχημα και να αδιαφορώ. Λίγο-λίγο, ανακάλυψα ότι ο κυριότερος λόγος που με έκανε να βλέπω ταξί και να το βάζω κυριολεκτικά στα πόδια ήταν η μουσική που άκουγα μέσα στα ταξί!




Για μένα ήταν ζήτημα αισθητικής...είναι αλήθεια πως όλα αυτά τα χρόνια που το χρησιμοποιούσα σπάνια άκουγα κάτι συμπαθητικό, κάτι αληθινό στα ηχεία τους αλλά πάντα θυμόμουν εκείνη τη ρήση στο ταμπελάκι των ΚΤΕΛ "μην ομιλείτε εις τον οδηγό" κι έτσι ανέβαλα τις όποιες παρατηρήσεις μου κι άφηνα τον ταξιτζή να με πηγαίνει σχεδόν όπου θέλει, όπως λέει και το άσμα...

Δεν ήταν όμως μόνο η μουσική αλλά και η ψυχοσύνθεση που δημιουργεί σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται 10-12 ώρες σε ένα τιμόνι που ακούει αυτή την μουσική - και ξέρετε πολύ καλά ποια μουσική εννοώ - είχε δηλαδή μία επίπτωση στην όλη του συμπεριφορά. Γιατί είναι αλήθεια ότι ο μέσος ταξιτζής δεν θεωρείται από την πλειψηφία των ερωτηθέντων σε έρευνες, επαγγελματίας, αφού:

- Βάζει όσους χωράει στο σακί
- Σταματάει όπου θέλει
- καπνίζει όταν θέλει
- χρεώνει όσο θέλει
- κρατάει ρέστα, δεν δίνει απόδειξη
- δημιουργεί ανταγωνισμό στις πιάτσες
- δεν δίνει προτεραιότητα στους πεζούς και

- οδηγεί άνετα στις λεωφοριολωρίδες που τώρα έγιναν και ποδηλατολωρίδες μα το κυριότερο... Δεν αναγνωρίζει στην πράξη ότι είναι κι αυτός ως εργαζόμενος μικρομεσαίας έννοιας, αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης (δηλώνοντας ελεύθερος...ιδιώτης-επαγγελματίας ή όπως αλλιώς θωρεί) με αποτέλεσμα να δουλεύει πάντα πάνω από 8 ώρες, να καταστρατηγεί δηλαδή μόνος του το βασικό δικαίωμα κι άλλων στην εργασία με το κατακτημένο ωράριο να πηγαίνει περίπατο κι όχι με ταξί, κάνοντας απλήρωτες υπερωρίες είτε ως ενοικιαζόμενος οδηγός (!) είτε ως ιδιοκτήτης του μισό-μισό.

Ναι, αυτό που προκαλεί αυτή την συμπεριφορά είναι η μουσική που ακούει και η μουσική που ακούει είναι λάθος. Λάθος μουσική σε λάθος μέρος. Αν είναι και ο χαρακτήρας παράξενος η μουσική γίνεται βασανιστήριο και η ένταση ανεβαίνει...Το ταξί γίνεται πίστα. Απαιτεί δηλαδή με βία το κόμιστρο που τρέχει έτσι κι αλλιώς. Κάνει πρόγραμμα! Κι απαιτεί να τον ανεχτείς! Ε, αν σε παίρνει κι από την παραλιακή το κέφι συνεχίζεται...Οταν όμως σε πηγαίνει στη δουλειά σου στις 8 το πρωί, τι νόημα έχει όλο αυτό το πανυγήρι που επιβάλλει στα αυτιά σου? Υπερβολές θα πείτε...όχι, είναι δυστροπία μέγιστου μεγέθους και αποδυκνείεται εύκολα με το εξής ρητορικό ερώτημα: "Μπορείς να προτείνεις μουσική σε ένα οδηγό ταξί όπως θα έκανες με οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο"?

Τουλάχιστον όταν πηγαίνεις εκδρομή με πούλμαν έχεις αυτό το προνόμιο να προτείνεις δηλαδή ένα cd που θα επιλέξει η παρέα σου και να πάρεις μία απάντηση. Με τον ταξιτζή αυτό δεν μπορείς να το διανοηθείς. Άλλωστε δεν υπάρχει λόγος, η διαδρομή είναι μικρή συνήθως, ό,τι και να πεις το 'χει ξεχάσει στην επόμενη κούρσα, μην σου πω ότι θα εκνευριστεί κιόλας κι εσύ θέλεις να φτάσεις στον προορισμό σου ζωντανός αργά ή γρήγορα (αναλόγως τα κέφια του>).

Μα λέω πάντα στον εαυτό μου ότι αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο επάγγελμα και το ταξί στην Ελλάδα είναι φθηνό, σε σχέση με άλλες χώρες. Ήταν! Με τις εταιρείες που το κράτος έχει σκοπό να δημιουργηθούν κι αυτό το ελάχιστο κίνητρο θα εξανεμιστεί. Και μετά όλοι θα ακούμε κλασσική μουσική και Frank Zappa. Γιατί τέτοια είναι η avant garde! Δεν ξέρεις από ποιον θα σου 'ρθει, κι η ζωή στην πόλη θα 'ναι πάντα αλοπρόσαλλη (έτσι γράφεται?) Δίνουμε σημασία στα σοβαρά θέματα πρώτα-πρώτα στην επιβίωση και αγνοούμε βασικά ζητήματα αισθητικής και ουσιαστικής εξυπηρέτησης, δεν το γενικεύω αλλά δεν μου βγαίνει αλλιώς...

ΥΓ. Εάν κάποιος ταξιτζής διαβάζει αυτό το κείμενο παρακαλώ δεν πρέπει να με παρεξηγήσει. Είπα από την αρχή ότι δεν χρησιμοποιώ πλέον taxi και μπορεί τα πράγματα να έχουν αλλάξει.

Wednesday, July 27, 2011

Η Τζένη Καρέζη και το μικρό σπίτι στην Alabama

Του Tee Menem



Έτσι όπως η πόλη καίγεται σκέφτομαι σοβαρά πλέον το ενδεχόμενο να πάω κάπου να ξεκουραστώ. Με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας αισθάνομαι ότι ήρθε και για μένα το κάλεσμα του χρόνου και πρέπει να βρω ένα δροσερό καταφύγιο γιατί η ζωή στην Αθήνα δεν παλεύεται με τίποτα κι ας λένε ότι η Αθήνα είναι ωραία το καλοκαίρι γιατί...δεν έχει κίνηση! Το πρόβλημα των media είναι πότε θα ξεκουμπιστούμε για να πουν τα διάφορα κλισέ τους "άδειασε η Αθήνα", ότι είναι όμορφη κλπ ενώ στην πραγματικότητα αυτό εξυπηρετεί μόνο τους βουλευτές και τους μεγιστάνες που μπορούν επιτέλους να κατέβουν πιο άνετα μέχρι το King George για ένα καφέ. Από την άλλη σκέφτομαι τι ωραία που θα ήταν να μείνουμε όλοι στην Αθήνα να κυκλοφορούμε για να τους κόψουμε την φόρα (sic) ή καλύτερα πόσο ωραία θα ήταν εάν δεν είχαμε καθόλου κίνηση όλο το χρόνο ή και τα δύο! Πολύ κίνηση το καλοκαίρι καθόλου αυτοκίνητα το χειμώνα...θα άλλαζε πραγματικά κάτι σε αυτή την πόλη και κατ' επέκταση και στη χώρα. Μ' αυτά και μ' αυτά άρχισα να ζεσταίνομαι και προχωράω γρήγορα στο παρασύνθημα. Ήταν 1975 όταν κυκλοφόρησε ένας ροκ ύμνος με τη σφραγίδα των Lynyrd Skynard.



Ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της ροκ μουσικής, τυπικό δείγμα του Southern Rock,ενός μουσικού είδους που εμφανίστηκε στον αμερικάνικο Νότο και συνδυάζει τα μπλουζ, την κάντρι και τη φολκ, με την ηλεκτρική κιθάρα σε πρώτο πλάνο.Περιέχεται στο δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος «Second Helping» και κυκλοφόρησε ως σινγκλ στις 27 Ιουλίου 1974. Έφθασε μέχρι το Νο8 του αμερικάνικου πίνακα επιτυχιών, αλλά η αποδοχή του είναι διαχρονική. Το μεγαλύτερο μερίδιο στη σύνθεσή του φέρει ο Εντ Κινγκ, ο οποίος το εμπνεύστηκε μέσα σε μια νύχτα, ακούγοντας ένα κιθαριστικό ριφ. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε στο Studio One στο Ντόραβιλ της Τζόρτζια, με τον Κινγκ να έχει τον πρώτο λόγο στην κιθάρα, χρησιμοποιώντας μια φθηνή Stratocaster της δεκαετίας του '60 και ενισχυτή Marshal. Η κιθάρα αυτή εκτίθεται στο Μουσείο του Ροκ εν Ρολ στο Κλίβελαντ του Οχάιο. Αυτά είναι τα γνωστά...πάμε παρακάτω.

Το τραγούδι είναι γεμάτο πολιτικές αναφορές και γράφτηκε σε μια περίοδο που οι Ηνωμένες Πολιτείες βίωναν το σκάνδαλο «Γουότεργκεϊτ» (υπάρχει σχετική αναφορά στο τραγούδι) και τις τελευταίες ημέρες του πολέμου στο Βιετνάμ. Το «Sweet Home Alabama» προκάλεσε αντιδράσεις από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι εξυμνούσε τον ρατσιστή κυβερνήτη της Αλαμπάμα Τζορτζ Γουάλας που ήταν τέσσερις φορές υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ. Τον στίχο αυτό ακολουθεί μια σειρά αποδοκιμασιών («…boo, boo, boo..»), που δεν αφήνει αμφιβολίες για τον προοδευτικό του χαρακτήρα. Άλλωστε, η χρήση γκόσπελ φωνητικών καταρρίπτει και το τελευταίο επιχείρημα αυτών που αμφισβητούν τις προθέσεις των δημιουργών του.

Το τραγούδι γράφτηκε ως απάντηση σε δύο επικριτικά τραγούδια του Νιλ Γιανγκ («Southern Man» και «Αlabama»), για τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στον Αμερικανικό Νότο, όπου κυριαρχούσαν ο ρατσισμός και ο υπερσυντηρητισμός και αξίζει να σημειωθεί ότι κανένα από τα μέλη των Lynyrd Skynard δεν κατάγεται από την Αλαμπάμα. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε συμβολικά, επειδή η υπερσυντηρική πολιτεία της Αλαμπάμα υπήρξε πεδίο αντιπαράθεσης ρατσιστικών και προοδευτικών ιδεών. Για την ιστορία το 2004, το Sweet Home Alabama συμπεριελήφθη στον κατάλογο του περιοδικού Rolling Stone με τα 500 σπουδαιότερα τραγούδια όλων των εποχών (Νο 398).

Παρεπιπτόντως, σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή μία ξεχωριστή προσωπικότητα του θεάτρου και του σινεμά. Η δική μας Τζένη Καρέζη.

Η Τζένη Καρέζη (ή Ευγενία Καρπούζη), υπήρξε σπουδαία ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου του 1930 ή 1934. Ο πατέρας της ήταν γυμνασιάρχης και η μητέρα της δασκάλα. Τα σχολικά της χρόνια τα πέρασε στην Ελληνογαλλική Σχολή Καλογραιών Καλαμαριάς στη Θεσσαλονίκη και στην Ελληνογαλλική Σχολή Σεν Ζοζέφ στην Αθήνα. Ο πατέρας της είχε μικρή εγκαταλείψει εκείνη και τη μητέρα της, Θεώνη. Από τότε και μέχρι και το 1971, που σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα, δεν τον ξαναείδε. Η Τζένη Καρέζη έκανε δύο γάμους. Το 1962 παντρεύτηκε τον Ζάχο Χατζηφωτίου και πέντε χρόνια μετά, το 1967, τον ηθοποιό Κώστα Καζάκο με τον οποίο και απέκτησε ένα γιο, τον επίσης ηθοποιό Κωνσταντίνο. Πέθανε στις 27 Ιουλίου 1992 στο σπίτι της, μετά από τετραετή μάχη με τον καρκίνο. Η Τζένη Καρέζη εκτιμήθηκε για πολλά πράγματα στη ζωή της. Ήμουν 7 χρονών όταν ο πατέρας μου με πήγε στο "Μεγάλο μας Τσίρκο" στις τελευταίες έρες της χούντας, μία πολιτική παράσταση στην οποία πρωταγωνιστούσε η ίδια σε κείμενα του αείμνηστου Ιάκωβου Καμπανέλη και τραγούδια του Νίκου Ξυλούρη...αυτό το θυμάμαι.

Εκεί λοιπόν, στη μακρινή Αλαμπάμα σε ένα τέτοιο σπίτι με φως φαντάστηκα την Τζένη Καρέζη. Αφού όλα κυλησαν μεσα στην φαντασία των Lynard Skynard αυτό το σπίτι λογικά υπάρχει. Η φαντασία μου καλπάζει τη στιγμή που βλέπω μια ευγενική νεράϊδα στη μέση του μεγάλου ξύλινου σαλονιού να κάνει πρόζες και να λέει μονολόγους, ξεχασμένη από θεούς και ανθρώπους τώρα. Κάπου εκεί με πηγαίνει η φαντασία μου κι οι ζέστες σφίγγουν όλο και πιο πολύ, μέχρι να τελειώσω αυτό το κείμενο. Λοιπόν, επειδή οι μόνοι που δουλεύουν στην Αθήνα από το πρωί είναι οι διαφημιστές σάς αφήνω ...χτυπάει το τηλέφωνο. Ολική επαναφορά....